Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Νάξιοι "καλανδιστές" άλλων εποχών και Χριστούγεννα στη Νάξο



επιμέλεια: Μαρία Παπαγιάννη

Λόγω των ημερών αποφασίσαμε να αποκλίνουμε για λίγο από τις αρχές μας και, αντί για πρωτότυπα τεκμήρια, να αναδημοσιεύσουμε κείμενα από παλαιότερα έντυπα της, τα οποία μας μεταφέρουν νοερά σε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές όπως τα έζησαν οι Ναξιώτες άλλων εποχών.  Σύμφωνα με τον συντάκτη του, το παρακάτω απόσπασμα τοποθετείται χρονικά, όπως και τα υπόλοιπα έθιμα που περιγράφονται, σε μια περίοδο περίπου 30 χρόνων, ανάμεσα στο τέλος του πολέμου και τα τέλη της δεκαετίας του 1960:  
  
"[...] Το γενικό εορταστικό κλίμα των ημερών με τα συνεχή πολύωρα γλέντια και τις διασκεδάσεις τὀνιζαν κατά την παραμονή οι χαρούμενες φωνές των καλανδιστών, μικρών και μεγάλων, οι οποίοι τραγουδούσαν τα κάλαντα.  Τα εισπραττόμενα χρήματα ήταν ελάχιστα, δεκάρες ήταν η αμοιβή τους, τους φίλευαν όμως με καρύδια, αμύγδαλα και φρούτα.  Τα χρήματα τα τοποθετούσαν "μέσα σ' ένα πουγκί" που είχαν κρεμασμένο στο λαιμό τους. Αντί των σημερινών "τριγώνων" είχαν συνδεδεμένες σε σχήμα σταυρού δύο μεγάλες πρόκες, τις οποίες κτυπούσαν με μια τρίτη, που κρατούσαν στο άλλο χέρι.  Υπήρχε η συνήθεια να έρχονται στα Κατώχωρα για τα χριστουγεννιάτικα αλλά και για τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα κάποιοι "Ψηλοχωριανοί" με τσαμπούνα και τουμπάκι [...].  Οι καλανδιστές, όταν εισέρχονταν σε σπίτι με νεόνυμφο ζευγάρι, συνήθιζαν να κτυπούν με ένα πράσινο κλαδάκι ελαφρά τη νύφη και το γαμπρό στο κεφάλι.  Τα ελαφρά κτυπήματα τα δέχονταν υποχρεωτικά από άνδρες και γυναίκες "για να κάμει το ανδρόγυνο αγόρι και κορίτσι." Με το κτύπημα πίστευαν πως μεταδίδεται στους νεόνυμφους η ζωτική και γονιμοποιός δύναμη του πράσινου κλαδιού. [..] Έψαλλαν, λοιπόν, τα κάλαντα με τις ώρες και περίμεναν την πενιχρή αμοιβή τους.  Όταν όμως η οικοδέσποινα δεν τους αντάμειβε για το έργο τους και τους απέπεμπε, εκείνοι της ανταπέδιδαν τη "φιλοφρόνηση" με το εξής δίστιχο: "Είπαμε και τα κάλαντα σε μια κακιά κυρία/Μας έδιωξε η άθλια σαν τα κακά θηρία"[...]"

Συνεχίζουμε την αναφορά σε ναξιώτικα έθιμα της χριστουγεννιάτικης περιόδου παραθέτοντας το δεύτερο μέρος του σχετικού άρθρου του κ. Μανώλη Σέργη.  Η προηγούμενη αναδημοσίευση αφορούσε το έθιμο των "καλανδιστών."  Σ' αυτό, διαβάζουμε για τις προετοιμασίες εν αναμονή των Χριστουγέννων: 

"Την παραμονή [...] ζύμωναν με τελετουργικό τρόπο και επισημότητα το «χριστόψωμο», την τροφή – σύμβολο των Χριστουγέννων. Η μορφή, το σχήμα και τα στολίδια του αντικατοπτρίζουν ανάγλυφα τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας των συγκεκριμένων χωριών και τη συμβολή των αροτριώντων βοδιών σ’ αυτήν. Ήταν δυο «πούλλοι», επάνω στους οποίους τοποθετούσαν ως κεντίδια (από ζύμη) ένα «ζυό» (ζυγό). Και το παλαιό ησιόδειο άροτρο ή (εντελώς αφαιρετικά) μόνο την «οχερή» του. Ζύμωναν παράλληλα «χριστόψωμο» και για τα ζώα, το οποίο τοποθετούσαν στο παχνί τους την τελευταία μέρα του χρόνου, «για να προσκυνήσουνε το Χριστό, όπως Τον προσκυνήσανε μέσα στη φάτνη την ώρα που γεννήθηκε, και για να τα ευλογήσει Εκείνος να ΄ναι γερά».

Την παραμονή επίσης έπρεπε να μεταλάβουν, για να είναι και ψυχικά έτοιμοι να δεχθούν το χαρμόσυνο γεγονός.  Τα μικρά παιδιά εφοδιάζονταν από το σπίτι με το μικρό τους ψωμάκι, «πουλάκι», όπως το ονόμαζαν, ζυμωμένο με σταφίδες και με μπηγμένα καρύδια επάνω του, για να το γευθούν μετά τη Θεία Κοινωνία.

Την εκκλησιαστική ακολουθία της Γεννήσεως την παρακολουθούσε σύσσωμο το χωριό, στις τέσσερις το πρωΐ της Αγίας Νύκτας. Προηγουμένως οι επίτροποι της εκκλησίας, με επικεφαλής τον ιερέα, περιέρχονταν το χωριό για να ξυπνήσουν το προσωρινά αναπαυόμενο ποίμνιο. Μετά το πέρας του εκκλησιασμού, με το ξημέρωμα πλέον, επέστρεφαν στο σπίτι τους.

Το εορταστικό τραπέζι στρωνόταν το μεσημέρι, τα εδέσματα ήταν έτοιμα από το προηγούμενο βράδυ. Ήταν μία από τις τελετουργικές ομαδικές εστιάσεις της χρονιάς. Γλυκά δεν το κοσμούσαν, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα είναι νεότερο έθιμο. Τα αντικαθιστούσαν καρύδια και ξηροί εν γένει καρποί. Κύριο φαγητό της ημέρας ήταν η βραστή όρνιθα ή σπανιότερα η γαλοπούλα. Απέφευγαν σκοπίμως να γευθούν χοιρινό κρέας, γιατί, εξ αιτίας της νηστείας, το στομάχι ήταν αδυνατισμένο, και το χοιρινό είναι «βαρύ» φαγητό. Στο κέντρο του τραπεζιού ήταν τοποθετημένο το «χριστόψωμο». Η κοπή και το μοίρασμά του ήταν τελετουργία. Ο «αφέντης» το σήκωνε ψηλά, έκανε μ’ αυτό τρεις φορές το σημείο του σταυρού στον αέρα, ευχόταν «να 'ναι ευλογημένο το ψωμί και το σπίτι, να’ χομενε καλή σοδειά» και το έκοβε με το χέρι του σε δύο μέρη. Αν το μεγαλύτερο κομμάτι έμενε στο δεξί χέρι του, η σοδειά κατά το νέο έτος θα ήταν μεγάλη, αν έμενε στο αριστερό… Ακολουθούσε το μοίρασμά του: στο Χριστό, στους Αγίους, στον ίδιο και στα μέλη της οικογένειας του. Η ιερότητα του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού επέβαλε το καθήκον να θυμηθούν ιερά τους πρόσωπα και τους φτωχούς, γι’ αυτό δεν το «σήκωναν» επί τρεις συνεχείς ημέρες.   

Ο φόβος των καλικαντζάρων καθ’ όλο το «δωδεκαήμερο» (24 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου)τους οδηγούσε σε έθιμα μεγαλόπρεπα γύρω από την «καμινάδα», την εστία του σπιτιού, για να αποτρέψουν τη δαιμονική παρουσία των ενοχλητικών αυτών πλασμάτων. Καθ’ όλο το δωδεκαήμερο έκαιγε άσβεστο ένα κούτσουρο στην εστία, το «χριστοκούτσουρο», τη στάκτη του οποίου αργότερα έριχναν στα φυτά και τα ζώα, «γιατί ήτανε ευκισμένη». Στη φωτιά επίσης, στο αρχέγονο καθαρτήριο πυρ, έριχναν και κόκκους χοντρού αλατιού, «για να σμπαροκοπά, και να φοβούνται οι καλικαντζάροι να κατεβούνε κάτω  από τον ανεφανό».

Άλλη μια χρήση του θορύβου για την εκδίωξη των κακών πνευμάτων όπως συνέβαινε π.χ. με τους πυροβολισμούς κατά τη  γαμήλια τελετή.
Ένα άλλο εστιακό έθιμο ήταν το «πάντρεμα» της φωτιάς, που αποσκοπούσε στην ενίσχυση των δεσμών του ανδρόγυνου. «Εβάναμε δυο ξύλα απάνω στη φωτιά και το λέαμενε πάντρεμα τσι φωτιάς, για να’ ναι το ζευγάρι δεμένο, και λέανε: ευτυχισμένο να’ ναι το ζευγάρι  όπως ζευγαρώνουνε αυτά τα ξύλα».

Χριστουγεννιάτικο δένδρο ή καράβι δεν στόλιζαν  κατά τα παλαιότερα χρόνια (το σχετικό και πανελληνίως γνωστό έθιμο είναι μεταγενέστερο). Τους αρκούσε ένα καταπράσινο κλαδί, από οποιοδήποτε δένδρο ή θάμνο, αφού συμβόλιζε την αναβλάστηση και την καινούργια ζωή, την ελπίδα, που θα έφερνε αυτομάτως η παρουσία του μέσα στο σπίτι."

Μανώλης Σέργης, "Χριστουγεννιάτικα έθιμα από τα Λιβαδοχώρια Νάξου: η ποιητική και συμβολική τους διάσταση."  Περιοδικό "Ναξιο-λογα", τ. 1, 1999.

Δεν υπάρχουν σχόλια: